Οι Χοροί των Ελλήνων


apollo3837

 αβάσταχτοι Ομηρικοί και  ηλακάτης  ανέμου γοητευτικοί!

 Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, στην Πηνελόπη ξάφνου
έδωκε φώτιση, στη φρόνιμη του Ικάριου θυγατέρα,
το τόξο και τα σταχτοσίδερα πελέκια στους μνηστήρες
δοκίμι να τα βάλει κι αφορμή μαζί του χαλασμού τους

μες στου Οδυσσέα το σπίτι. Ανέβηκε λοιπόν του παλατιού της
τη σκάλα την ψηλή, καλόστροφο κι ομορφοκαμωμένο,
με φιλντισένιο το χερόλαβο, χαλκό κλειδί κρατώντας
στο χέρι, αντάμα με τις βάγιες της να πάει στην κάμαρα της
την πιο ακρινή, κει μέσα που ‘κρυβε τους θησαυρούς του ο ρήγας,
χρυσάφι και χαλκό και σίδερο με κόπο δουλεμένα.
Δοξάρι λυγιστό του βρίσκουνταν εκεί και σαϊτολόγος,
που ‘κλεινε πλήθος πολυστέναχτες σαγίτες᾿ τα ‘χε πάρει
δώρο από φίλο, το θεόμορφο τον Ίφιτο, του Ευρύτου
το γιο, παλιά στη Λακεδαίμονα σαν έτυχε να σμίξουν.
Κάποτε οι δυο τους ανταμώθηκαν στη Μεσσηνία, στο σπίτι
του Ορτίλοχου του λιονταρόκαρδου᾿ τι του Οδυσσέα χρωστούσε
όλη η κοινότη, κι έτσι κίνησε το χρέος να πάρει πίσω.
Είχαν Μεσσήνιοι αρπάξει πρόβατα τρακόσια απ᾿ την Ιθάκη
με τους βοσκούς και στα πολύσκαρμα καράβια τους φορτώσει.
Γι᾿ αυτό ο Οδυσσέας μακροταξίδεψε, κι ήταν μικρός ακόμα,
αποκρισάρης, απ᾿ τον κύρη του σταλτός και τους γερόντους.
Ο Ίφιτος πάλε τι χαμένες του να βρει φοράδες πήγε,
που δώδεκα μικρά του βύζαιναν βασταγερά μουλάρια.
Σε λίγο θα ‘βρισκε το θάνατο και το χαμό από τούτες,
στον καρτερόψυχο σα θα ‘φτανεν υγιό του Δία, τον άγριο
τον Ηρακλή, που κάτεχε άνομες δουλειές πολλές να κάνει,
κι έδωσε θάνατο στον ξένο του μες στο δικό του σπίτι,
ο ανόσιος! Των θεών την όργητα και το ψωμί που έφαγαν
μαζί στην τάβλα του δεν ντράπηκε, μον᾿ σκότωσε τον ίδιο
και κράτησε τις ατσαλόνυχες φοράδες για δικές του.
Αυτές ζητούσε, κι ως αντάμωσε τον Οδυσσέα, το τόξο
του τρανού κύρη του του χάρισε, που εκείνος το ‘χε αφήσει
μες στο παλάτι του πεθαίνοντας στο γιο του. Κι ο Οδυσσέας
βαρύ κοντάρι του αντιχάρισε κι ένα σπαθί, για να ‘ναι
θεμέλιο μιας φίλιας αμάλαγης. Μα η γνωριμία της τάβλας
τους έλειψε᾿ πιο πριν τον σκότωσε μαθές ο γιος του Δία
του Ευρύτου τον υγιό, τον Ίφιτο το θεοδιωματάρη,
που το δοξάρι τότε χάρισε στο θεϊκό Οδυσσέα.
Κι αυτός, σαν έφευγε σε πόλεμο στα μαύρα πλοία, μαζί του
δεν το ‘παιρνε᾿ του φίλου το άφηνε να μένει θυμητάρι
στο αρχοντικό του᾿ στο βασίλειο του μονάχα το φορούσε.
Σ᾿ αυτήν την κάμαρα σαν έφτασε των γυναικών το θάμα,
το δρύινο πάτησε κατώφλι της, που μαραγκός τους το ‘χε
ξύσει καλά με το σκεπάρνι του και γνοιαστικά σταφνίσει,
και παραστάτες πάνω στήριξε και στραφταλούσες πόρτες.
Κι εκείνη το λουρί ξελάσκαρε γοργά από το κοράκι,
και το κλειδί στην τρύπα χώνοντας ίσια να πάει το σπρώχνει,
κι αναμεράει τους συρτές᾿ θα ‘λεγες πως ταύρος σε λιβάδι
είχε μουγκρίσει᾿ τέτοιο ανάδωκαν βαρύν αχό οι πανώριες
οι πόρτες στου κλειδιού το σπρώξιμο για μια στιγμή, κι άνοιξαν.
Κι εκείνη στο πατάρι ανέβηκε, που πάνω του πατούσαν
γραμμή οι κασέλες με τα ρούχα της τα μοσκοβολισμένα.
Εκείθε απλώνοντας ξεκρέμασε το τόξο απ᾿ το παλούκι
μαζί με το λαμπρά θηκάρι του, που το ‘ντυνε ένα γύρο’
κι ως κάτω κάθισε, τα απίθωσε στα γόνατα, και πήρε
να κλαίει πικρά, ξεθηκαρώνοντας του ρήγα το δοξάρι.
Μα όντας εκείνη πια αποχόρτασε το θρήνο και το δάκρυ,
να πάει στο αρχονταρίκι εκίνησε, στους αντρειανούς μνηστήρες,
το λυγιστό δοξάρι σφίγγοντας και το σαγιτολόγο,
που ‘κλεινε μέσα πολυστέναχτες αρίφνητες σαγίτες.
Μαζί της πήγαιναν κι οι βάγιες της με την κασέλα,
που ‘χε μέσα πολύ χαλκό και σίδερο — του ρήγα τα πελέκια.
Και τους μνηστήρες σαν αντίκρισε των γυναικών το θάμα,
σε μια κολόνα δίπλα εστάθηκε της στέριας στέγης,
κι είχε κρυμμένα ολόγυρα τα μάγουλα με στραφτερή μαντίλα᾿
κι οι μπιστεμένες βάγιες πήρανε δεξοζερβά της θέση.
Και τότε στους μνηστήρες γύρισε κι αυτά μιλούσε κι είπε:
«Για ακουστέ μου, μνηστήρες πέρφανοι, που πέφτοντας σε τούτο
το σπίτι απάνω τρώτε αδιάκοπα και πίνετε, τι λείπει
από καιρό πολύν ο αφέντης του, κι άλλη καμιάν ως τώρα
δεν είχατε να λέτε πρόφαση, παρά μονάχα έμενα,
να παντρευτώ μαθές με κάποιον σας και ταίρι του να γίνω’
ομπρός λοιπόν, μνηστήρες, όρισα για σας τρανό δοκίμι:
Το τόξο βάζω του αρχοντόγεννου μπροστά σας Οδυσσέα’
κι όποιος τανύσει απ᾿ όλους εύκολα στα χέρια το δοξάρι,
και τη σαγίτα από τα δώδεκα πελέκια διαπεράσει,
μ᾿ αυτόν μαζί θα πάω, μακραίνοντας από το σπίτι τούτο,
που μ᾿ είδε νιόπαντρη, πανέμορφο κι από αγαθά γεμάτο,
και που κι αργότερα, καν στ᾿ όνειρο, θαρρώ θα το θυμούμαι

 ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΛΑΪΟΝ

χορεύοντας πάνω σε μια αχτίδα

φωτός συνειδητού

σε μια  χρυσογαλαζοπράσινη γη

ανοίγουν την μεγάλη χορογραφία

και την 21 η ραψωδία του φ

κυνηγώντας ένα άγνωστο χ

τον 21ον αιώνα

μιας κοινής καινής εποχής

του μουσαγέτη

αγαπημένο των μουσών θεό!

Musas

 

 

2173148722_b6ac91c813

 

Advertisements

11 thoughts on “Οι Χοροί των Ελλήνων

  1. Θα φυλάξουμε αυτή την ευχή σαν προσευχή
    μέσα σε κάτι φυλλωσιές της καρδιάς μας
    για τις δύσκολες στιγμές
    να αντέξουμε σαν χρυσαφένιες ριπές
    και να μη σπάσουμε σαν κλαδιά του ανέμου
    στην ζάλη και στην πολύβουη φωνή του πλήθους
    εγκλωβιστική ξελογιάστρα θαρρές…
    παραμένοντας πάντα Ένα ΕΜΕΙΣ
    ταξιδευτικό του Νου… μεγαλοπρεπές.

  2. Ότι…. έπρεπε ήταν αυτό
    ….ΓΙΑ ΈΝΑ ΧΟΡΌ!
    Ρίξαμε και μια στροφή…στο λεπτό!
    Γεια σου αθάνατη Ελληνική λεβεντιά
    και πεταλουδοιτιά!

  3. Δεν λέμε όχι
    για ένα ζεμπέκικο μακρύ
    που είναι ο αγαπημένος
    των πολεμιστών χορός πολύ,
    αλλά θα συνεχίσουμε με ένα καρσιλαμά
    ψάχνοντας για ένα ποτάμι με βαθιά νερά,
    Αν τυχόν μας αρνηθεί μια ιστορία
    και μια από την Λάρισα ομορφονιά
    στου Ολύμπου κοντά τα μονοπάτια
    του αετού τα στενά.

    Καλησπέρα ιστορικιά!

    Στης Λαρίσης το ποτάμι
    που το λένε Πηνειό,
    αν τυχόν και δεν με θέλεις,
    κει θα πέσω να πνιγώ.

    Ο καημός μου είναι μεγάλος,
    το ποτάμι είναι ρηχό.
    Αν τυχόν και δεν με πνίξει,
    μοναχά που θα βραχώ,
    στης Λαρίσης το ποτάμι
    που το λένε Πηνειό.

    Κίνησα από την Αθήνα
    για τη Λάρισα να βγω.
    Πιάνει λάστιχο στο δρόμο
    κι άραξα να κοιμηθώ.

    Το πρωί με τη δροσούλα
    για τη Λάρισα κινώ.
    Αν τυχόν και δε με θέλεις,
    πέφτω μες στον ποταμό,
    στης Λαρίσης το ποτάμι
    που το λένε Πηνειό.

    Φέρτε ούζο του Τυρνάβου
    να καθίσω και να πιω
    κι όλη η Λάρισα να μάθει
    πως εγώ σε αγαπώ.

    Στης Λαρίσης το ποτάμι
    που το λένε Πηνειό.
    αν τυχόν και δεν με θέλεις,
    κει θα πέσω να πνιγώ.
    Στης Λαρίσης το ποτάμι
    που το λένε Πηνειό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s